ασπάζομαι

ασπάζομαι
μετ.
1) целовать; обнимать;

ασπάζομαι την εικόνα — целовать икону;

σας ασπάζομαι — целую вас (в конце письма);

2) приветствовать, одобрять;
3) соглашаться (с чём-л.), разделять (чьё-л. мнение и т. п.); 4) становиться приверженцем (чего-л.);

ασπάζομαι τον καθολικισμό — принимать католическую веру, перейти в католицизм


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Смотреть что такое "ασπάζομαι" в других словарях:

  • ασπάζομαι — ασπάζομαι, ασπάστηκα βλ. πίν. 36 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἀσπάζομαι — welcome kindly pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασπάζομαι — (AM ἀσπάζομαι) 1. φιλώ 2. χαιρετώ θερμά, αγκαλιάζω 3. (για γνώμες, απόψεις) αποδέχομαι, παραδέχομαι 4. τυπικός χαιρετισμός στο τέλος επιστολής («σε ασπάζομαι») μσν. νεοελλ. 1. φιλώ, προσκυνώ εικόνες, άγια λείψανα ή νεκρό 2. προσχωρώ, προσκολλώμαι …   Dictionary of Greek

  • ασπάζομαι — στηκα 1. υποδέχομαι με εναγκαλισμό, φιλώ: Τον ασπάστηκε με εγκαρδιότητα. 2. προσκυνώ με σεβασμό: Στο τέλος της λειτουργίας ασπάστηκε όλες τις εικόνες. 3. παραδέχομαι, συμφωνώ: Τις ίδιες ιδέες ασπαζόταν κι εκείνος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀσπάσασθε — ἀσπάζομαι welcome kindly aor imperat mp 2nd pl ἀ̱σπάσασθε , ἀσπάζομαι welcome kindly aor ind mp 2nd pl (doric aeolic) ἀσπάζομαι welcome kindly aor ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλληλοασπάζομαι — ασπάζομαι κάποιον που συγχρόνως μού ανταποδίδει τον ασπασμό. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλληλο * + ασπάζομαι] …   Dictionary of Greek

  • ἀσπαζομένων — ἀσπάζομαι welcome kindly pres part mp fem gen pl ἀσπάζομαι welcome kindly pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπαζόμενον — ἀσπάζομαι welcome kindly pres part mp masc acc sg ἀσπάζομαι welcome kindly pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπασαμένων — ἀσπάζομαι welcome kindly aor part mp fem gen pl ἀσπάζομαι welcome kindly aor part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπασάμενον — ἀσπάζομαι welcome kindly aor part mp masc acc sg ἀσπάζομαι welcome kindly aor part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσπασόμεθα — ἀσπάζομαι welcome kindly aor subj mp 1st pl (epic) ἀσπάζομαι welcome kindly fut ind mp 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»